Home

Λευκός Πύργος

Ο Λευκός Πύργος, το μνημείο-σύμβολο της Θεσσαλονίκης, που σήμερα υψώνεται μοναχικός στην παραλία της πόλης, στο παρελθόν αποτελούσε το νοτιοανατολικό πύργο της οχύρωσής της. Σύμφωνα με περιγραφές περιηγητών και παλαιές απεικονίσεις της πόλης, το θαλάσσιο τμήμα του τείχους, που κατεδαφίστηκε το 1867, είχε τρεις πύργους, από τους οποίους ο ανατολικός ήταν ο Λευκός Πύργος, κτισμένος ακριβώς στο σημείο όπου συναντιόταν το ανατολικό με το θαλάσσιο τείχος. Η ακριβής χρονολόγησή του δεν είναι γνωστή, αλλά είναι σχεδόν βέβαιο ότι κτίσθηκε στα τέλη του 15ου αι., μετά την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους, και αντικατέστησε έναν παλαιότερο βυζαντινό πύργο, ο οποίος αναφέρεται από το μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ευστάθιο, στην περιγραφή της πολιορκίας της πόλης από της Νορμανδούς το 1185. Στη μακρά ιστορία του, ο πύργος έχει αλλάξει κατά καιρούς ονόματα και χρήσεις. Τον 18ο αιώνα αναφέρεται ως ”Φρούριο της Καλαμαριάς”, ενώ το 19ο αιώνα ως ”Πύργος των Γενιτσάρων” και ”Πύργος του Αίματος”. Τα δύο τελευταία ονόματα οφείλονται στο γεγονός ότι ήταν φυλακή βαρυποινιτών και η όψη του βαφόταν με αίμα από τις συχνές εκτελέσεις των φυλακισμένων από τους Γενίτσαρους. Το 1890 ένας κατάδικος για να αποκτήσει την ελευθερία του άσπρισε με ασβέστη τον πύργο και από τότε έμεινε η σημερινή ονομασία του, ”Λευκός Πύργος”. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, το 1912, ο πύργος περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο και είχε κατά καιρούς διάφορες χρήσεις. Στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στέγαζε το κέντρο διαβιβάσεων των Συμμάχων, ενώ το 1916 ένας του όροφος χρησιμοποιήθηκε για τη φύλαξη αρχαιοτήτων που προέρχονταν από τις αρχαιολογικές δραστηριότητες των βρετανικών δυνάμεων στη ζώνη ευθύνης τους. Ακόμη χρησιμοποιήθηκε για την αεράμυνα της πόλης και ως Εργαστήριο Μετεωρολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Οι τελευταίοι που στεγάσθηκαν στον πύργο πριν από την αναστήλωσή του ήταν οι Ναυτοπρόσκοποι. Στην αρχή του 20ού αιώνα στο χώρο γύρω από τον πύργο λειτουργούσε το περίφημο καφενείο και το ”Θέατρο του Λευκού Πύργου”, που κατεδαφίστηκαν το 1954, με σκοπό την επέκταση του πάρκου.

Ο πύργος είναι κυλινδρικός με ύψος 33,90 μ. και διάμετρο 22,70 μ. Έχει ισόγειο και έξι ορόφους, που επικοινωνούν με εσωτερικό κλιμακοστάσιο μήκους 120 μ., το οποίο ελίσσεται κοχλιωτά σε επαφή με τον εξωτερικό τοίχο, αφήνοντας στο κέντρο έναν κυκλικό πυρήνα διαμέτρου 8,50 μ. Έτσι, σε κάθε όροφο σχηματίζεται μια κεντρική κυκλική αίθουσα, με την οποία επικοινωνούν μικρότερα τετράπλευρα δωμάτια, ανοιγμένα στο πάχος του εξωτερικού τοίχου. Ο τελευταίος όροφος έχει μόνο την κεντρική αίθουσα και έξω από αυτήν δημιουργείται δώμα, που προσφέρει εξαιρετική θέα του γύρω τοπίου της πόλης και της θάλασσας. Όπως δείχνουν οι ιστορικές μαρτυρίες, αλλά και η εσωτερική διαρρύθμιση των χώρων, η ύπαρξη τζακιών, καπναγωγών και μικρών αφοδευτηρίων με αποχετευτικό σύστημα, ο πύργος δεν είχε μόνο αμυντική χρήση, αλλά ήταν και στρατιωτικό κατάλυμα. Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα ο πύργος περιβαλλόταν από χαμηλό οκταγωνικό περίβολο, ενισχυμένο με οκταγωνικούς πυργίσκους στις τρεις γωνίες του. Στο εσωτερικό του υπήρχαν ένα δερβισικό ησυχαστήριο, πυριτιδαποθήκες και δεξαμενή νερού, ενώ επάνω στην είσοδό του σωζόταν τουρκική επιγραφή που ανέφερε ότι ο πύργος του Λέοντος έγινε το 1535-1536, χρονολογία που πιθανώς αναφέρεται στην κατασκευή του περιβόλου.

Το 1983-1985 έγινε από την 9η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων η αναστήλωση του μνημείου και η μετατροπή του σε εκθεσιακό χώρο. Με την ευκαιρία του εορτασμού των 2.300 χρόνων από την ίδρυση της Θεσσαλονίκης, στέγασε την έκθεση ”Θεσσαλονίκη – Ιστορία και Τέχνη”, ενώ το 2001 την περιοδική έκθεση ”Ώρες Βυζαντίου – Καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο”.Το 2006 στέγασε το Μουσείο της πόλης της Θεσσαλονίκης.

Αψίδα του Γαλερίου

  • Το γνωστότερο μνημείο της Θεσσαλονίκης μαζί με το Λευκό Πύργο και ένα από τα χαρακτηρηστικότερα της ύστερης αρχαιότητας, όταν η Θεσσαλονίκη έγινε η πρωτεύουσα του καίσαρα Γαλέριου, είναι η αψίδα ή το θριαμβικό τόξο του Γαλερίου, η λεγόμενη σήμερα Καμάρα. Πρόκειται στην αρχική του μορφή για ένα οκτάπυλο με 4 κεντρικούς ογκώδεις πεσσούς, 4 δευτερεύοντες στα πλάγια, ισάριθμα τόξα και χαμηλό σφαιροειδή θόλο. Σήμερα σώζονται δύο κύριοι πεσσοί και ένας δευτερεύων, που συνδέονται με πλίνθινο τόξο. Από τις αφηγήσεις των γεγονότων στις ανάγλυφες πλάκες συμπεραίνεται ότι η αψίδα χτίστηκε το 305 μ.Χ. ύστερα από την οριστική νίκη του αυτοκράτορα Γαλέριου κατά των Περσών.

    Ιστορικά εντάσσεται στην εποχή της ύστερης αρχαιότητας, και συγκεκριμένα στην περίοδο της λεγόμενης Τετραρχίας, όταν ο Διοκλητιανός πήρε στην αρχή ως συναυτοκράτορα το Μαξιμιανό και αργότερα, το 293 μ.Χ., το Γαλέριο και τον Κωνστάντιο Χλωρό (πατέρας του Μεγάλου Κωνσταντίνου), ως Καίσαρες. Έτσι ιδρύθηκε η λεγόμενη Πρώτη Τετραρχία και η αυτοκρατορία μοιράστηκε σε τέσσερα τμήματα. Ο Γαλέριος ήταν διοικητής του τμήματος εκείνου στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και η ελληνική χερσόνησος. Ως έδρα του είχε ορίσει αρχικά το Σίρμιο της Πανονίας (τη σημερινή Μητροβίτσα στη Σερβία), αργότερα όμως προτίμησε τη Θεσσαλονίκη. Μέσα στην πρώτη πενταετία του 4ου αιώνα μ.Χ. έκτισε στη Θεσσαλονίκη ένα λαμπρό οικοδομικό συγκρότημα, τα ανάκτορα του.

    Η αψίδα του Γαλερίου αποτελεί στοιχείο του γαλεριανού συγκροτήματος στο νοτιοανατολικό τμήμα του ιστορικού κέντρου της Θεσσαλονίκης. Συνδεόταν με τα ανάκτορα του Γαλερίου (προς νότια) και με τη Ροτόντα (προς βορρά). Στο σημείο που διασταυρώνονται οι δύο άξονες κτίστηκε η αψίδα, της οποίας ο προορισμός δεν ήταν πρακτικός αλλά αναμνηστικός και τιμητικός. Η κατασκευή της αψίδας βασίστηκε σε δύο παράλληλους τοίχους, μήκους 37 μ. περίπου και πάχους 3,80 μ. (σώζεται ο ένας σε μήκος 29 μ.). Οι δύο τοίχοι απείχαν 9 μ. ο ένας από τον άλλο και άφηναν τρία ανοίγματα τοξωτά, ένα μεγάλο στο κέντρο, πλάτους 9,70 μ. και δύο άλλα μικρότερα στα πλάγια, πλάτους 4,85 μ. Οι τέσσερις κεντρικοί πεσσοί ήταν χτισμένοι από χοντρά μάρμαρα, ενώ ο πυρήνας ήταν επενδυμένος από άλλα μάρμαρα και χοντρές πλάκες. Πάνω στην κατασκευή αυτή ήταν προσαρμοσμένες οι μαρμάρινες πλάκες με τις ανάγλυφες διακοσμήσεις. Για την κατασκευή της υπόλοιπης αψίδας είχαν χρησιμοποιηθεί ακανόνιστες πέτρες με ισχυρό κονίαμα και τούβλα για μια εξωτερική επένδυση πάχους 0,70 μ. Οι επιφάνειες των τοίχων, εκτός φυσικά των τεσσάρων κεντρικών πεσσών, καλύπτονταν από ορθομαρμαρώσεις ή κονιάματα. Οι προσόψεις του κεντρικού τμήματος της αψίδας κατέληγαν σε αετώματα. Κάτω από τα αετώματα και πάνω από κάθε πεσσό υπήρχε μια κόγχη και δίπλα σε κάθε κόγχη από ένα διακοσμητικό αστέρι μέσα σε κύκλο, κατασκευασμένο από τούβλα. Μέσα στις κόγχες ήταν τοποθετημένα αγάλματα. Κατά πάσα πιθανότητα στις δύο κόγχες της νοτιοανατολικής κύριας πρόσοψης, υπήρχαν τα αγάλματα του Διοκλητιανού και του Γαλέριου, ενώ στη βορειοδυτική τα αγάλματα του Μαξιμιανού και του Κωνστάντιου Χλωρού.

    Η τέχνη των ανάγλυφων της Καμάρας είναι αφηγηματική και συγχρόνως διακοσμητική. Το κυριότερο χαρακτηριστικό είναι το πλήθος των παραστάσεων και των μορφών. Για τη διακοσμητική επιδίωξη συχνά παραβλέπονται οι φυσικές αναλογίες (ελέφαντες έχουν το ίδιο ύψος με τα άλογα ή τα άλογα να είναι μικρότερα από τους ανθρώπους). Γενικά η τέχνη των αναγλύφων αποβλέπει περισσότερο στις οπτικές αξίες παρά στις πλαστικές. Ωστόσο τα ανάγλυφα της Καμάρας αποπνέουν ακόμη μια ελληνιστική χάρη. Οι τεχνίτες των αναγλύφων πρέπει να ήταν Έλληνες. Τούτο φαίνεται και από τις ελληνικές επιγραφές, που είναι χαραγμένες ανάμεσα σε παραστάσεις των αναγλύφων: Ποταμός Τίγρις, Οικουμένη κλπ. Στις 14 ζώνες του βόρειου πεσσού εικονίζονται μάχες και η πορεία του Γαλέριου με το στρατό του προς τη χώρα των Περσών. Αντίθετα οι 14 ζώνες του νότιου πεσσού προπαγανδίζουν τη στρατιωτική δύναμη του Γαλέριου και την πολιτική ισχύ και ενότητα της Τετραρχίας, ως ένα σύστημα που μπορεί να διοικήσει τον κόσμο.

    Οι πρώτες στερεωτικές εργασίες έγιναν επί Τουρκοκρατίας (1889). Το 1945 στερεώθηκε και υποθεμελιώθηκε ο βορειοανατολικός πεσσός. Το 1952 έγιναν σε ευρεία έκταση στερεωτικές και συντηρητικές εργασίες στις επιφάνειες των δύο κεντρικών πεσσών. Το 1954 η στάθμη της Εγνατίας κατέβηκε στο σημερινό επίπεδο και εμφανίστηκαν οι βάσεις των πεσσών. Τέλος, η ΙΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων πραγματοποίησε συντήρηση, στερέωση και καθαρισμό των μαρμάρινων αναγλύφων κατά το διάστημα 1991-2001 λόγω της ατμοσφαιρικής ρύπανσης του μνημείου.

    Ροτόντα

    Η Ροτόντα βρίσκεται βόρεια της οδού Εγνατία, στο ανατολικό τμήμα της παλιάς πόλης και σε μικρή απόσταση από την Κασσανδρεωτική πύλη της σημερινής πλατείας Συντριβανίου, όπου σώζονται ίχνη της. Νότια της Ροτόντας και στη νοητή προέκταση του άξονά της Β-Ν, σε μικρή απόσταση και σε επαφή με τη σημερινή οδό Εγνατία της πόλης, υπάρχει ένα τμήμα της Θριαμβικής Αψίδας (Καμάρας) του Γαλερίου, με την οποία η Ροτόντα αποτελούσε ένα ενιαίο κτιριακό σύνολο.

    Η Ροτόντα είναι ένα από τα αρχαιότερα και σημαντικότερα σωζόμενα κτίσματα της πόλης, κτισμένο πιθανά στα χρόνια της Ρωμαϊκής Τετραρχίας (τέλη 3ου και αρχές 4ου μ.Χ. αιώνα) και αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά κτίσματα της Ρωμαϊκής περιόδου σε παγκόσμια κλίμακα. Είναι κατασκευασμένη με οπτόπλινθους, όπως η Καμάρα, τα Ρωμαϊκά Ανάκτορα και το Οκτάγωνο, στο χώρο του ρωμαϊκού Κάμπου (Campos) του ανατολικού τμήματος της πόλης και αποτελούσε πιθανά τμήμα του όλου Γαλεριανού συγκροτήματος που κτίστηκε από το Γαλέριο κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην πόλη. Λειτουργικά δεν έχει προσδιοριστεί με σαφήνεια η χρήση της. Η άποψη που επικρατεί είναι ότι χρησιμοποιούνταν σαν αυτοκρατορικό μαυσωλείο, ενώ παλιότερα διατυπώθηκαν απόψεις πως ήταν ειδωλολατρικός ναός αφιερωμένος στο θεό Κάβειρο.

    Στα χρόνια του Μεγάλου Θεοδοσίου (379-395) και αφού ο Ρωμαίος αυτοκράτορας βαπτίστηκε χριστιανός από τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ασχόλιο, έγιναν στο μνημείο πολλές τροποποιήσεις, καθώς μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό. Διαπλατύνθηκε μία από τις 8 κόγχες του, για να προστεθεί το ιερό (ανατολικά) και προστέθηκε περιμετρικά στο κυκλικό κτίσμα ένα κλίτος (στοά) πλάτους 8μ. με χαμηλωμένη στέγη, ενώ η κύρια είσοδος στο κτίριο μεταφέρθηκε από το νότο -όπου ήταν στη ρωμαϊκή εποχή- στη δύση, για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες που επέβαλε το τελετουργικό της νέας χριστιανικής θρησκείας.

    Το κυκλικό κτίριο της Ροτόντας, με πάχος τοιχοποιίας 6,3μ. αποτελείται από 8 κόγχες (μαζί με αυτή του ιερού) με ισάριθμα και αντίστοιχα τόξα, έτσι ώστε τελικά να δίνεται η αίσθηση πεσσών παρά τοιχοποιίας. Πάνω από τα τόξα αυτά υπάρχουν αντίστοιχα παράθυρα με τοξωτές απολήξεις και πιο πάνω, στη βάση του θόλου, μία άλλη σειρά μικρών παραθύρων.
    Ο τούβλινος θόλος, με διάμετρο 24,5μ. περίπου, δεν είναι ορατός εξωτερικά. Ο περιμετρικός τοίχος, με μειωμένο πάχος, επεκτείνεται προς τα πάνω και σκεπάζει εξωτερικά το θόλο. Πάνω στην τοιχοποιία αυτή εδράζεται η ξύλινη κυκλική κεραμωτή στέγη του μνημείου.

    Εσωτερικά το μνημείο ήταν επενδυμένο με πολύχρωμες ορθομαρμαρώσεις, ενώ το υπόλοιπο τμήμα ήταν διακοσμημένο με ψηφιδωτά. Ένα τμήμα αυτών των ψηφιδωτών της Ροτόντας σώζεται και σήμερα στο θόλο και στις καμάρες των κογχών. Τα ψηφιδωτά αυτά, που παριστάνουν αγίους της πρώτης Ανατολικής χριστιανικής Εκκλησίας (Ανανίας, Ρωμανός, Αρίσταρχος, Κύριλλος, Βασιλίσκος κ.ά.), καθώς και άλλα διακοσμητικά θέματα (κύρια στις καμάρες), είναι από τα πιο σημαντικά της παλαιοχριστιανικής εποχής, αντίστοιχα σε σπουδαιότητα με αυτά της Ραβέννας της Ιταλίας.

    Από μαρτυρία του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ευσταθίου (12ος αιώνας) προκύπτει πως η Ροτόντα, αφού μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό, ονομάστηκε ναός των Ασωμάτων. Μάλιστα, κοντά στο ναό αυτό, στα ανατολικά τείχη, λέγεται πως υπήρχε και αντίστοιχη πύλη με το όνομα πύλη των Ασωμάτων, σημείο από το οποίο μπήκαν στην πόλη οι Νορμανδοί το 1185. Μετά όμως από πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες που έγιναν το 1983 κατά μήκος του ανατολικού βυζαντινού τείχους (ΒΑ της Ροτόντας) διαφοροποιήθηκε η άποψη που ως τώρα επικρατούσε για τη θέση (ή και ύπαρξη) της Πύλης των Ασωμάτων, μια και δεν βρέθηκαν εκεί ανάλογα ευρήματα.

    Ο ναός των Ασωμάτων (Ροτόντα) υπήρξε μητρόπολη της Θεσσαλονίκης μέχρι το 13ο τουλάχιστον αιώνα και με το όνομα αυτό παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας (Εσκί Μετρόπολη=Παλιά Μητρόπολη). Πότε η Ροτόντα ονομάσθηκε Άγιος Γεώργιος δεν είναι χρονικά προσδιορισμένο. Η άποψη που επικρατεί είναι ότι αυτό έγινε στα νεότερα χρόνια, όταν λειτούργησε, δυτικά του μνημείου, μικρός ναός με το όνομα αυτό, όπου μεταφέρθηκαν πολλά κειμήλια και εικόνες του ναού των Ασωμάτων μετά τη μετατροπή του σε μουσουλμανικό τέμενος (Τζαμί) (1590) από τον Τούρκο δερβίση Χορτατζή Σουλεϊμάν [Χορτατζή (η Ορτάτς)-Σουλεϊμάν Εφένδη τζαμί].

    Αγίος Δημήτριος

    Ο ναός του Αγίου Δημητρίου βρίσκεται στο κέντρο σχεδόν της παλιάς πόλης της Θεσσαλονίκης -βορειοανατολικά της Αρχαίας Αγοράς- σε επαφή με τη σημερινή οδό Αγίου Δημητρίου, που ακολουθεί τη χάραξη αρχαίας οδού της πόλης.

    Είναι κτισμένος σε σχήμα πεντάκλιτης βασιλικής, του λεγόμενου “Ελληνιστικού” τύπου, αλλά με πολλά ιδιαίτερα και σπάνια χαρακτηριστικά σε σχέση με άλλους ναούς της ίδιας περιόδου στην Ελλάδα. Είναι ξυλόστεγο κτίσμα χωρίς θόλο, με διαστάσεις κάτοψης 43,58 μ. (μήκος) και 33 μ. (πλάτος). Εσωτερικά χωρίζεται με 4 σειρές μαρμάρινων κιονοστοιχειών σε 5 κλίτη (πεντάκλιτη), ενώ ένα 6ο κλίτος διαμορφώνεται κάθετα στα προηγούμενα, όπου η Αγία Τράπεζα και το ιερό. Το μεσαίο κλίτος, πιο πλατύ από τα άλλα, υπερυψώνεται και κυριαρχεί σαν όγκος, ενώ τα πλάγια στεγάζονται κλιμακωτά με στέγες, δίνοντας τη δυνατότητα να δημιουργηθούν πολύσχημα παράθυρα στους πλάγιους τοίχους (μονόλοβα, δίλοβα και πολύλοβα).

    Στο μεγαλύτερο μέρος του μνημείου διατηρείται η παλιά τοιχοποιϊα διαμορφωμένη από ανισόδομη αργολιθοδομή και πλινθοδομή, που σχηματίζει περίτεχνα τόξα πάνω από τις θύρες και τα παράθυρα.

    Όταν το 324 μ.Χ., ο Μέγας Κωνσταντίνος όρισε το χριστιανισμό σαν επίσημη θρησκεία του κράτους, οι χριστιανοί της Θεσσαλονίκης έσπευσαν αμέσως να τιμήσουν το συμπολίτη τους μεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριο κτίζοντας ένα μικρό ναό (”οικίσκο”) στο χώρο όπου (κατά την παράδοση) είχε μαρτυρήσει και ταφεί ο Άγιος, κοντά στο υπόγειο ερειπωμένου ρωμαϊκού λουτρού, δίπλα στο “στάδιο” της πόλης. Δεν πέρασε πολύς καιρός και ο χώρος αυτός του μικρού ναϊσκου του Αγίου Δημητρίου έγινε κέντρο λατρείας του Αγίου όχι μόνο για τη Θεσσαλονίκη, αλλά και για ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο. Πιστοί από όλα τα μέρη του κράτους κατέφθαναν στη Θεσσσαλονίκη για να προσευχηθούν στον τάφο του Αγίου ή για να θεραπευθούν από βαριές ασθένεις με το μύρο που ανάβλυζε από τον τάφο του. Μεταξύ των προσκυνητών ήταν και ο έπαρχος του Ιλλυρικού Λεόντιος, από το Σύρμιο, που θεραπεύθηκε τελείως από την ασθένεια που έπασχε. Τότε ο Λεόντιος, από ευγνωμοσύνη προς τον Άγιο Δημήτριο, έκτισε γύρω στο 413 στην ίδια θέση του ναϊσκου που υπήρχε, νέο, επιβλητικό ναό προς τιμήν του Αγίου Δημητρίου, που κυριαρχούσε σαν κτίσμα σε ολόκληρη τη Θεσσαλονίκη, καθώς μάλιστα ήταν κτισμένος στην αρχή της ανηφόρας για την Άνω Πόλη. Είναι ο ναός που με διάφορες προσθήκες, επισκευές και διαρρυθμίσεις σώθηκε μέχρι τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, οπότε καταστράφηκε, για να αναστηλωθεί στη συνέχεια με μεγάλη πιστότητα.

    Η είσοδος στο ναό γινόταν στην αρχή από τη δυτική πλευρά, όπου υπήρχε μεγάλη ορθογώνια αυλή με περιστύλιο (αίθριο, ή “atrium”), στη μέση της οποίας ήταν τοποθετημένη η “φιάλη”, μαρμάρινη στεγασμένη λεκάνη, όπου οι πιστοί έπλεναν τα χέρια τους προτού μπουν στο ναό.

    Στο βόρειο τμήμα του ναού αμέσως μετά το νάρθηκα, υπάρχουν υπάρχουν 3 αίθουσες που είχαν κτιστεί πιθανότατα πριν από το ναό και ίσως να αποτελούν τμήματα του παλιού ρωμαϊκού λουτρού, κοντά στο οποίο -κατά τις γραπτές παραδόσεις- τάφηκε ο Άγιος Δημήτριος. Στη μία από τις μικρές αυτές αίθουσες, ίσως μετά την άλωση από τους Τούρκους, μεταφέρθηκε το λείψανο του Αγίου Δημητρίου, για να διατηρηθεί έτσι στην παράδοση σαν ο τάφος του Αγίου.

    Σύμφωνα με την παράδοση και τις γραπτές μαρτυρίες, στην αριστερή πλευρά του μεσαίου κλίτους του ναού, περίπου στη μέση, τοποθετήθηκε αρχικά το λείψανο του Αγίου “υπό την γην”, ενώ στο πάνω μέρος κατασκευάσθηκε ένα εξαγωνικό μικρό κτίσμα, το “Κιβώριο”, από ασήμι και χρυσάφι. Από τον τάφο του Αγίου Δημητρίου και ειδικά από τη Λάρνακα -όπου είχε τοποθετηθεί το λείψανό του στο “Κιβώριο”-, “ανέβρυεν” το θαυματουργό “μύρο”, για το οποίο υπάρχουν πολλές γραπτές μαρτυρίες. Προηγούμενα, στο χώρο της σημερινής “κρύπτης”, που βρίσκεται κάτω από το τμήμα του ιερού, υπήρχε “αγίασμα” που επικοινωνούσε ισόπεδα με τη σημερινή οδό του Αγίου Νικολάου, ανατολικά του ναού.

    Ανακτορικό συγκρότημα Γαλέριου

    Το τελευταίο τέταρτο του 3ου αι. μ.Χ. και μετά από μια μεταβατική περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με τους στρατιώτες-αυτοκράτορες ξεκινά ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός διοικητικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες αποσκοπούν στη σταθερότητα και διαιώνισή της. Μια από τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις που επέβαλε ήταν η διοίκηση της αυτοκρατορίας από δύο αυγούστους και δύο καίσαρες. Στο τέλος του 3ου αι. μ.Χ. αύγουστοι είναι ο Διοκλητιανός με τον Μαξιμιανό, έχοντας ως βοηθούς τους καίσαρες Γαλέριο και Κωνστάντιο Χλωρό. Ο Γαλέριος καταγόταν από τη Δακία (τη σημερινή Σερβία), κατάφερε να αναρριχηθεί σε υψηλά αξιώματα μέσω της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας και του γάμου του με την κόρη του Διοκλητιανού. Μετά την επιτυχή έκβαση της εκστρατείας εναντίον των Περσών επιλέγει το 299 μ.Χ. ως έδρα του τη Θεσσαλονίκη.

    Ο Γαλέριος ξεκινάει, λοιπόν, ένα σημαντικό και, παράλληλα, μεγαλεπίβολο οικιστικό πρόγραμμα στις αρχές του 4ου αι. μ.Χ. Τα οικοδομήματα προορίζονταν, κυρίως, για προσωπική του χρήση. Το πρόγραμμα εντασσόταν σε μια προσπάθεια αναμόρφωσης της πόλης στα ανατολικά της όρια, που επέκτεινε για το σκοπό αυτό. Το συγκρότημα καταλάμβανε μια έκταση περίπου 150.000 τ.μ., τα κτήριά του ήταν διατεταγμένα σε ευθεία με άξονα από βορρά προς νότο, εκτεινόταν από τη Ροτόντα ως τη θάλασσα και από το ανατολικό τείχος της πόλης ως την περιοχή μεταξύ Πλατείας Ναυαρίνου – Αγίας Σοφίας και αποτελούσε το διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο της πόλης. Το συγκρότημα περιελάμβανε τη Ροτόντα (ναός ή μαυσωλείο), τη θριαμβική αψίδα, το ανακτορικό σύνολο με προσαρτημένο σ’ αυτό το Οκτάγωνο, και τον Ιππόδρομο.

    Το ανάκτορο του Γαλερίου βρίσκεται στην Πλατεία Ναυαρίνου της θεσσαλονίκης και περιλαμβάνει ένα κεντρικό περιστύλιο, αίθριο πλαισιωμένο από στοές με ψηφιδωτά, βασιλική, οκτάγωνο και Νυμφαίο. Πρόκειται για ένα από τα βασικά τετραρχικά συγκροτήματα, με συχνότατη μνεία στη βιβλιογραφία και το μοναδικό στην Ελλάδα. Η ανασκαφική έρευνα των δεκαετιών του 1950 και 1960 έφερε στο φως το νοτιοανατολικό τμήμα του ανακτόρου. Αποκαλύφθηκε ένα κεντρικό περίστυλο αίθριο, το οποίο πλαισιωνόταν στις τρεις πλευρές του από δωμάτια. Στοές με ψηφιδωτά δάπεδα απομόνωναν το αίθριο από τα υπόλοιπα κτίσματα. Μετά από σεισμό τον 5ο αι. μ.Χ. καταστρέφονται η νότια και δυτική στοά και ανακατασκευάζονται τα δάπεδα με μαρμάρινες πλάκες και χονδροψηφιδωτό.

    Ανατολικότερα και πριν τον ιππόδρομο υπήρχε ένα καμαροσκεπές διώροφο κτίσμα και μια μνημειακή βασιλική, η οποία λειτουργούσε ως αίθουσα για επίσημες ακροάσεις. Στο νοτιοανατολικό τμήμα του συγκροτήματος αποκαλύφθηκε ο χώρος λατρείας του συγκροτήματος, ένα Νυμφαίο. Στο νότιο τμήμα του κεντρικού περιστιλίου ανακαλύφθηκε το 1950 από τον Χ. Μακαρόνα μια οκταγωνική αίθουσα με λαμπρή εσωτερική διακόσμηση, πιθανόν διοικητικής φύσης. Οι πρόσφατες έρευνες στο σημείο αυτό αποκάλυψαν ότι το οκτάγωνο με το δίκογχο προθάλαμό του επικοινωνούσαν μέσω ενός προπύλου και ενός δεύτερου μεγάλου περιστυλίου με τη θάλασσα. Από αυτό το νότιο περιστύλιο προέρχεται ένα αριστούργημα της υστερορωμαϊκής τέχνης, ένα μικρό μαρμάρινο τόξο, το οποίο διαθέτει και προτομή του Γαλέριου.

    Στο βόρεια του ανακτόρου υπήρχε το θριαμβικό τόξο του Γαλερίου, το οποίο διέθετε πληθώρα παραστάσεων και εξυμνούσε τους Τετράρχες αλλά και τις στρατιωτικές επιτυχίες του Γαλέριου. Πιθανόν να αποτελούσε μια μνημειακή πύλη, τη βόρεια είσοδο του ανακτορικού συγκροτήματος. Στον ίδιο άξονα, λίγο πιο βόρεια, κατασκευάστηκε ένα κυκλικό κτήριο, η Ροτόντα, πιθανόν ένας ναός όπου λάμβαναν χώρα οι επίσημες τελετές λατρείας. Ίδιας μορφής και λειτουργίας είναι και το Πάνθεον στη Ρώμη. Το ανατολικότερο τμήμα του συγκροτήματος συμπληρώνεται με τον Ιππόδρομο, ο οποίος αποτελούσε πόλο έλξης των πολιτών ως κέντρο ψυχαγωγίας και κοινωνικής δραστηριότητας. Σώζεται εντελώς αποσπασματικά. Εκεί έγινε η σφαγή των θεσσαλονικέων το 390 μ.Χ. μετά από διαταγή του αυτοκράτορα θεοδοσίου, γεγονός που σήμανε και το τέλος της λειτουργία του.

    Από το 2002 τμήμα του ανακτορικού συγκροτήματος είναι επισκέψιμο χωρίς εισιτήριο, με έκθεση εποπτικού υλικού στο αίθριο, που αφορά στις αρχαιολογικές και αναστηλωτικές εργασίες που λαμβάνουν χώρα από το 1993 και εξής. Έχουν αναστηλωθεί μεγάλα τμήματά του (αίθριο, στοές, βασιλική) και έχουν αποκατασταθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος τους τα ψηφιδωτά και μαρμαροθετημένα δάπεδα. Σε εξέλιξη βρίσκεται η αναστήλωση του Νυμφαίου και του Οκταγώνου.

    Αρχαία αγορά Θεσσαλονίκης

    Η αρχαία αγορά της Θεσσαλονίκης περιλάμβανε έκταση περίπου 20 στρεμμάτων και περικλείεται από τις σημερινές οδούς Ολύμπου και Φιλίππου. Κατείχε το κέντρο της ρωμαϊκής πόλης. Εκεί βρίσκονταν δημόσια κτήρια και διάφοροι χώροι που διαμορφώθηκαν με ενιαία αρχιτεκτονική αντίληψη σε δύο κλιμακωτά επίπεδα. Το συγκρότημα αποτελούσε τον οικονομικό και εμπορικό πυρήνα της πόλης, είχε, ωστόσο, διοικητικό και ψυχαγωγικό χαρακτήρα. Στα αυτοκρατορικά χρόνια αποκτά μνημειακό χαρακτήρα.

    Η αγορά των αυτοκρατορικών χρόνων έχει δύο κύριες οικοδομικές φάσεις, στα μέσα του 2ου και στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ. Πρόκειται για ένα συγκρότημα σε σχήμα “Π”, αποτελούμενο από δύο συνεχόμενες πλατείες, με είσοδο από τη βόρεια πλευρά (σημερινή οδό Ολύμπου). Καταλάμβανε έκταση τεσσάρων οικοδομικών νησίδων. Αποτελείται από τρεις κιονοστήριχτες πτέρυγες, με κίονες κορινθιακού ρυθμού στο ισόγειο και ιωνικού στον όροφο, ενώ στο βάθος υπήρχε μια ζώνη με διάφορα δωμάτια. Στη νότια πλευρά της αγοράς και εξαιτίας της φυσικής κλίσης του εδάφους κατασκευάστηκε διπλή υπόγεια θολοσκεπής στοά (cryptoporticus), η οποία στήριζε την κανονική κορινθιακή στοά. Πιθανόν λειτουργούσε ως δημόσια αποθήκη, ενώ αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη των καταστημάτων της αγοράς. Τα καταστήματα που υπήρχαν είχαν σχεδιαστεί ήδη από την πρώτη οικοδομική φάση της αγοράς, ωστόσο κατασκευάστηκαν στη δεύτερη φάση της. Ο ελεύθερος χώρος της αγοράς ήταν επιστρωμένος με ορθογώνιες μαρμάρινες πλάκες και ήταν ανοιχτός μόνο από τη βόρεια πλευρά του, από όπου περνούσε ένας από τους βασικότερους δρόμους της πόλης, «η μέση οδός?. Από τις στοές που πλαισίωναν το χώρο αυτό έχουν αποκαλυφθεί η νότια και η ανατολική στοά, σχεδόν στο σύνολό τους. Η ανατολική στοά που έχει διατηρηθεί καλύτερα διαθέτει ψηφιδωτό δάπεδο, διακοσμημένο με γεωμετρικά σχήματα. Ακόμη βρέθηκαν στη θέση τους βάσεις κιόνων, ένας κίονας και ένα κορινθιακό κιονόκρανο.

    Πίσω από την ανατολική πτέρυγα διασώζεται το νομισματοκοπείο, το ωδείο και το αρχείο εγγράφων. Το νομισματοκοπείο της πόλης ταυτίστηκε από τις πήλινες μήτρες μια χρήσης που βρέθηκαν σε έναν κλίβανο, με τις οποίες κατασκεύαζαν πέταλα χάλκινων νομισμάτων με τη μέθοδο του «χαμένου κεριού?. Η νοτιότερη αίθουσα της ανατολικής πλευράς ήταν το αρχείο εγγράφων, καθώς αποτυπώματα των ξύλινων ραφιών διαπιστώθηκαν στον ανατολικό τοίχο του χώρου αυτού. Στο κεντρικό τμήμα της πλευράς αυτής κατασκευάστηκε το ωδείο που σώζεται σήμερα. Η πρόσβαση γινόταν από πέντε μαρμάρινες θύρες, από τις οποίες οι δύο ακραίες προορίζονταν αποκλειστικά για τους καλλιτέχνες. Κλίμακες οδηγούσαν τους θεατές στο διάζωμα του ωδείου. Η ορχήστρα δεν ήταν ημικυκλική, αλλά τμήμα έλλειψης. Από το δάπεδό της έχουν διασωθεί μερικές μαρμάρινες λευκές πλάκες. Το κοίλο εδράζεται σε καμαροσκέπαστες στοές. Από τα εδώλια διατηρούνται σήμερα επτά σειρές.

    Περίπου στο δεύτερο μισό του 3ου αιώνα μ.Χ. η αγαρά της Θεσσαλονίκης αποκρυσταλλώθηκε, διαθέτοντας δημόσιους χώρους στις τρεις στεγασμένες πλευρές της. Τα δάπεδα των στοών ήταν τότε στρωμένα με ισχυρό κονίαμα. Έναν αιώνα αργότερα, στα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ., στη δεύτερη οπικοδομική φάση της, διακοσμούνται τα δάπεδα με ψηφιδωτά, ενώ παράλληλα επισκευάζονται και τμήματα των κιονοστοιχιών. Στα χρόνια του Ιουλιανού επεκτείνεται το ωδείο και μετατρέπεται σε θέατρο, με τη δημιουργία ενός δεύτερου κοίλου και την επέκταση της σκηνής. Το νέο θέατρο μπορούσε πλέον να δεχτεί 2000-2500 θεατές.

    Το συγκρότημα της αγοράς δεν καταστράφηκε από το μεγάλο σεισμό του 7ου αι. μ.Χ., αλλά εγκαταλήφθηκε σταδιακά. Οι μεταγενέστερες προσθήκες στο χώρο της αγοράς είναι πολύ λίγες, συγκεκριμένα εργαστήρια κεραμικής που δημιουργήθηκαν στη βυζαντινή εποχή. Σιγά σιγά επήλθε η υποβάθμιση του χώρου, ενώ κατά την Τουρκοκρατία παραχωρήθηκε το ιστορικό κέντρο σε Εβραίους από την Ισπανία.

    Από τα κτήρια της αγοράς έχει αναστηλωθεί και δοθεί η κρυπτή στοά σε χρήση για εκθέσεις, συνέδρια και συναυλίες από το 1966. Επίσης, έχει αναστηλωθεί το ωδείο (χωρητικότητας 350 ατόμων) και έχει δοθεί σε χρήση από το 1997.

    Αχειροποίητος

    Στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, επί της οδού Αγίας Σοφίας και βόρεια από τον ομώνυμο ναό σώζεται ο ναός της Αχειροποιήτου του οποίου η χρονολογία ανέγερσης τοποθετείται γύρω στα μέσα του 5ου αι. Το μνημείο υπέστει αρχιτεκτονικές επεμβάσεις ήδη από τον 7ο αιώνα, ενώ μια ακόμα σημαντική φάση επεμβάσεων χρονολογείται στα όψιμα βυζαντινά χρόνια (14-15ος αι.)

    Η Αχειροποίητος εντάσσεται στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με υπερώα, η οποία καταλήγει στα ανατολικά σε ημικυκλική αψίδα. Στα δυτικά υπάρχει νάρθηκας, ενώ διασώζονται και ίχνη του εξωνάρθηκα. Τρίβηλο τοξωτό άνοιγμα αποτελεί τη κύρια είσοδο από τον νάρθηκα προς τον κυρίως ναό. Τα τρία κλίτη του κυρίως ναού χωρίζονται μεταξύ τους με κιονοστοιχίες. Το βόρειο κλίτος απολήγει στην ανατολική πλευρά του στο μεσοβυζαντινό παρεκκλήσι της Αγίας Ειρήνης. Στη βορειοδυτική γωνία της βασιλικής σώζεται το κλιμακοστάσιο που οδηγούσε στα υπερώα. Στην νότια πλευρά του ναού υπάρχει ένα μνημειακό πρόπυλο, το οποίο συνέδεε πιθανώς τη βασιλική με την κεντρική αρτηρία της βυζαντινής πόλης, την Λεωφόρο. Ένα πρόσκτισμα επίσης στη νότια πλευρά θεωρείται το βαπτιστήριο της βασιλικής.

    Από τον πλούσιο γλυπτό αρχιτεκτονικό διάκοσμο της βασιλικής ξεχωρίζουν τα σύνθετα ιωνικά κιονόκρανα, τα οποία χρονολογούνται στα μέσα του 5ου αιώνα και αποτελούν προϊόντα των εργαστηρίων της Κωνσταντινούπολης, καθώς και οι κίονες του τριβήλου λαξευμένοι σε θεσσαλικό μάρμαρο (verde antico). Μεγάλες πλάκες προκονήσιου μαρμάρου καλύπτουν το δάπεδο του κεντρικού κλίτους. Από τα ψηφιδωτά του 5ου αι. έχουν διασωθεί λίγες διακοσμητικού χαρακτήρα παραστάσεις, οι οποίες διακρίνονται για την υψηλή ποιότητα εκτέλεσης. Συνθέσεις όπως αυτές που κοσμούν τα εσωρράχια των τόξων του τριβήλου χαρακτηρίζονται από την τάση απόδοσης ενός ειδυλλιακού κλίματος σε συνδυασμό με τον χριστιανικό συμβολισμό.

    Οι λίγες τοιχογραφίες που σώζονται σε κακή κατάσταση στο νότιο κλίτος της βασιλικής χρονολογούνται στις πρώτες δεκαετίες του 13ου αιώνα. Οι στρατιωτικοί άγιοι που απεικονίζονται κατά παράταξη, ολόσωμες μορφές εναλλάσονται με μορφές σε προτομή, αποτελούν μέρος της παράστασης των Σαράντα Μαρτύρων της Σεβάστειας.

    Ο χριστιανικός ναός κτίσθηκε πάνω στα ερείπια ένος ρωμαϊκού λουτρού, του οποίου αποκαλύφθηκαν τρία επάλληλα δάπεδα κάτω από το βόρειο κλίτος της βασιλικής. Η έκταση που καταλαμβάνουν τα ερείπια του λουτρώνα δείχνουν ότι επρόκειτο για ένα από τα σημαντικότερα δημόσια κτίρια της Θεσσαλονίκης. H βασιλική της Αχειροποιήτου κατέλαβε μόνο ένα τμήμα του προγενέστερου κτίσματος, ενώ το ανατολικό και βόρειο τμήμα του λουτρώνα παρέμεινε σε χρήση και μετά την ανέγερσή της.

    Η βασιλική αναφέρεται στις γραπτές πηγές ως ο ναός της Παναγίας Θεοτόκου και μάλιστα ως ο μεγάλος ναός της Θεοτόκου. Η επωνυμία Αχειροποίητος μαρτυρείται για πρώτη φορά σε έγγραφο του 1320 και πρέπει να σχετίζεται με τη λατρευτική εικόνα της Παναγίας δεομένης που υπήρχε στο ναό. Η Αχειροποίητος είναι ο πρώτος χριστιανικός ναός που μετατράπηκε σε τζαμί αμέσως μετά την άλωση της πόλης στα 1430 από τον σουλτάνο Μουράτ, και παρέμεινε το επίσημο τέμενος των κατακτητών καθόλη την διάρκεια της τουρκοκρατίας, γνωστό με το όνομα ‘Εσκι Τζαμί (Παλαιό Τζαμί).

    Παρόλες τις ανακατασκευές που έχει υποστεί η Αχειροποίητος κατά την διάρκεια της μακρόχρονης ιστορίας της, το μνημείο συγκαταλέγεται σήμερα ανάμεσα στα καλύτερα διατηρημένα και πιο σημαντικά παράδειγματα της τυπικής ξυλόστεγης βασιλικής με υπερώα της πρωτοβυζαντινής περιόδου.

    Μακεδονικός τάφος Φοίνικα

    Από τους πιο σημαντικούς και εντυπωσιακούς μακεδονικούς τάφους στην ευρύτερη περιφέρεια της Θεσσαλονίκης είναι αυτός στο Φοίνικα, νοτιοανατολικά της πόλης. Πρόκειται για το αρχαιότερο δείγμα μακεδονικού τάφου στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, αλλά και για ένα από τα αρχαιότερα μνημεία αυτού του τύπου, όπου ο δωρικός ρυθμός βρίσκει την πληρέστερη έκφρασή του. Παρά το γεγονός ότι ο τάφος βρέθηκε συλημένος, η μορφή του και τα ανασκαφικά δεδομένα δείχνουν ότι ετοιμάσθηκε με ιδιαίτερη φροντίδα μέσα στο τελευταίο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. για να δεχθεί έναν αναμφίβολα επιφανή νεκρό, πιθανότατα ανώτατο στέλεχος του μακεδονικού στρατού, και τη γυναίκα του.

    Πρόκειται για επιβλητικό μονοθάλαμο οικοδόμημα, κατασκευασμένο από πωρόλιθο και επιχρισμένο με ασβεστοκονίαμα. Ένας βαθμιδωτός δρόμος, που έχει λαξευθεί στο φυσικό βράχο, οδηγεί στη θύρα του τάφου, που ήταν φραγμένη με έξι επάλληλους ογκόλιθους. Εσωτερικά ο τάφος έκλεινε με ξύλινη δίφυλλη πόρτα. Η πρόσοψη του μνημείου, που σώζεται σχεδόν ακέραια, είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή. Έχει πλάτος 4,96 μ. και ύψος 5,68 μ. και είναι επιχρισμένη με λευκό μαρμαροκονίαμα. Ο δωρικός ρυθμός εδώ αναδεικνύεται σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια, καθώς οι αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες της ανωδομής τονίζονται με πολύχρωμα κονιάματα. Βαθυκύανα τρίγλυφα πλαισιώνουν τις λευκές μετόπες, όπου με χρυσαφιές πινελιές επαναλαμβάνεται η εικόνα μιας μεταλλικής φιάλης. Το διάκοσμο της πρόσοψης ολοκλήρωνε η ζωγραφική παράσταση του αετώματος, που είχε, δυστυχώς, φθαρεί σε μεγάλο βαθμό λόγω της καταστροφής του επαέτιου γείσου από τους αρχαιοκάπηλους. Η εσωτερική διαμόρφωση του θαλάμου, όπου δεσπόζουν δύο βωμόσχημα βάθρα επάνω σε ορθογώνιες βάσεις, είναι πραγματικά μοναδική. Τα εντυπωσιακά βάθρα, με πολύχρωμο γραμμικό διάκοσμο σε μαύρο φόντο, είχαν επίσης υποστεί μεγάλη φθορά από τους αρχαιοκάπηλους, που αφαίρεσαν τα τεφροδόχα σκεύη και διασκόρπισαν τα καμένα οστά των νεκρών. Την εικόνα του χώρου συμπληρώνουν δύο κτιστά θρανία, για την εναπόθεση προσφορών προς τους νεκρούς.

    Το μνημείο ήλθε στο φως την άνοιξη του 1987, ακριβώς πίσω από το Νοσοκομείο Άγιος Παύλος, στο χώρο απ’ όπου θα περνούσε τμήμα της ανατολικής περιφερειακής οδού. Μετά την ανασκαφή η κατασκευή του δρόμου ολοκληρώθηκε, ενώ μια ελαφρά υπερυψωμένη γέφυρα στέγασε τον τάφο. Σήμερα, ο ειδικά διαμορφωμένος υπόγειος χώρος περιλαμβάνει επίσης έκθεση εποπτικού υλικού σχετικά με την ανασκαφή του μνημείου αλλά και με την ευρύτερη περιοχή, καθώς και παρουσίαση των γνωστών και άγνωστων μακεδονικών τάφων στην περιφέρεια της Θεσσαλονίκης ώστε ο επισκέπτης να αποκομίσει ολοκληρωμένη εικόνα για το θέμα. Σε απόσταση λίγων μέτρων νοτιοανατολικά του τάφου ορθωνόταν ένας ταφικός τύμβος, παλαιότερα γνωστός ως «Τούμπα Κις», ενώ όλη η περιοχή εντάσσεται σε νεκροταφείο κλασικών και πρώιμων ελληνιστικών χρόνων, που καταστράφηκε από αυθαίρετες αμμοληψίες στις προηγούμενες δεκαετίες. Παρά την καταστροφή, οι σωστικές ενέργειες τις ΙΣΤ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων απέδωσαν αρκετούς ασύλητους τάφους του 4ου και 3ου αι. π.Χ

    Ναός Αγίας Σοφίας

    Ο ναός βρίσκεται στη συμβολή των οδών Αγίας Σοφίας και Ερμού. Αφιερωμένος στο Χριστό, τον αληθή Λόγο και τη Σοφία του Θεού γιόρταζε στις 14 Σεπτεμβρίου την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού.

    Η αρχαιότερη γραπτή αναφορά στο ναό χρονολογείται το 795 αλλά τα αρχαιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι κτίστηκε στα τέλη του 7ου αιώνα στη θέση πεντάκλιτης βασιλικής του 5ου αιώνα, η οποία καταστράφηκε από σεισμό περίπου το 620. Ο ναός αποτελεί τυπικό δείγμα μεταβατικού σταυροειδούς με τρούλλο και περίστωο, εξέλιξη του νέου αρχιτεκτονικού ρυθμού της τρουλλαίας βασιλικής. Στη διάρκεια της λατινοκρατίας στη Θεσσαλονίκη (1204-1224) ο ναός έγινε καθεδρικός των Λατίνων. Μετά την παλινόρθωση της βυζαντινής κυριαρχίας στην πόλη αποτέλεσε και πάλι την ορθόδοξη επισκοπική έδρα της Θεσσαλονίκης έως το 1523/24, επί Μακτούλ Ιμπραήμ Πασά, οπότε και μετατράπηκε σε τζαμί. Στη βορειοδυτική γωνία του κατασκευάστηκε πύργος ανόδου στα υπερώα, πιθανώς ως ο πρώτος μιναρές το τζαμιού. Το 1890 πυρκαϊά προκάλεσε καταστροφές στο κτίσμα, το οποίο αναστηλώθηκε το 1907-1909 από το βυζαντινολόγο Κάρολο Ντηλ. Στις 29 Ιουνίου 1913 ο χώρος καθαγιάστηκε εκ νέου και αποδόθηκε στη χριστιανική λατρεία. Μετά τους σεισμούς του 1978 ακολούθησαν εργασίες στερέωσης και αποκατάστασης στην ανωδομή και τον ψηφιδωτό διάκοσμο και παράλληλα διεξήχθη ανασκαφική έρευνα στο εσωτερικό του ναού και στον περιβάλλοντα χώρο του.

    Ο ψηφιδωτός διάκοσμος του ναού έχει εκτελεστεί σε τρεις διαφορετικές περιόδους. Στα χρόνια της Εικονομαχίας ανήκει ο ανεικονικός διάκοσμος της καμάρας του ιερού βήματος με τους σταυρούς και τα φύλλα σε επάλληλα τετράγωνα, όπως πιστοποιούν και τα τρία ψηφιδωτά μονογράμματα του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Στ΄, της μητέρας του Ειρήνης της Αθηναίας και του επισκόπου Θεσσαλονίκης Θεοφίλου. Στην ίδια περίοδο χρονολογείται και ο μεγάλος σταυρός στο τετρατοσφαίριο της αψίδας, ίχνη του οποίου μόλις που διακρίνονται κάτω από την μεταγενέστερη, μέσα στον 11ο – 12ο αιώνα παράσταση της ένθρονης Παναγίας Βρεφοκρατούσας. Στον τρούλλο η μεγαλειώδης σύνθεση της Ανάληψης ανάγεται στα τέλη του 9ου αιώνα και αποτελεί κορυφαίο δείγμα της λεγόμενης ”Αναγέννησης της εποχής των Μακεδόνων αυτοκρατόρων”. Η επιγραφή στη βάση του τρούλλου, που αναφέρει το όνομα του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Παύλου (880-885), δεν συσχετίζεται με την κατασκευή του ψηφιδωτού.

    Οι τοιχογραφίες του ναού ανάγονται στον 11ο αιώνα και συνδέονται με την ανέγερση του νάρθηκα μετά το 1037. Διατηρούνται λίγες μορφές μοναχών αγίων τα τόξα των παραθύρων του και ανάμεσά τους η Αγία Θεοδώρα της Θεσσαλονίκης (δίπλα στη βόρεια είσοδο).

    Ο γλυπτός διάκοσμος του ναού δεν είναι έργο μίας φάσης. Στους κίονες του ισογείου και στα κιονόκρανά τους χρησιμοποιήθηκε υλικό του 5ου και 6ου αιώνα. Ο άμβωνας, έργο του 5ου αιώνα, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1905. Οι μαρμάρινοι κοσμήτες φαίνεται πως είναι σύγχρονοι της ανέγερσης του ναού.

    Παναγία των Χαλκέων

    Στη συμβολή των οδών Εγνατίας και Αριστοτέλους, νοτιοδυτικά του αρχαιολογικού χώρου της Ρωμαϊκής Αγοράς, βρίσκεται ο ναός της Παναγίας Χαλκέων. Κτίστηκε στο χώρο του Μεγαλοφόρου, της κεντρικής αγοράς της Θεσσαλονίκης, κοντά στη Χαλκευτική στοά, όπου έως και σήμερα συναντά κανείς τα εργαστήρια των χαλκωματάδων.

    Η κτητορική επιγραφή στο μαρμάρινο υπέρθυρο της δυτικής εισόδου μας πληροφορεί ότι το 1028 ο Χριστόφορος Πρωτοσπαθάριος και Κατεπάνω Λαγουβαρδίας, μαζί με τη σύζυγό του Μαρία και τα παιδιά του Νικηφόρο, Άννα και Κατακαλή, έχτισε το ναό για τη Θεοτόκο. Ο τάφος του κτήτορα βρίσκεται στο μέσο του βόρειου τοίχου.

    Η εκκλησία ανήκει στο νέο τύπο που διαμορφώνεται την εποχή της δυναστείας των Μακεδόνων αυτοκρατόρων, το σταυροειδή εγγεγραμμένο με τρούλλο ναό. Η επίδραση της αρχιτεκτονικής της Κωνσταντινούπολης είναι εμφανής τόσο στον τύπο του ναού όσο και στην τοιχοποιία του που ελαφρύνεται από επάλληλα καμπύλα τόξα και αψιδώματα, κόγχες και ημικυκλικούς κίονες. Μαρμάρινος κοσμήτης περιτρέχει το ναό στο μέσο του ύψους του κάτω από τον οποίο υπήρχε διακοσμητική ζώνη από πήλινα έγχρωμα πλακίδια. Η αποκλειστική χρήση πλίνθων ως οικοδομικό υλικό με τη λεγόμενη ”τεχνική της κρυμμένης πλίνθου” έδωσε στο κτίσμα τη λαϊκή προσωνυμία ”Κόκκινη Εκκλησιά”.

    Ο ναός κοσμήθηκε με τοιχογραφίες ταυτόχρονα με την ίδρυσή του, όπως μας πληροφορεί κτητορική επιγραφή στην καμάρα του ιερού Βήματος. Σώζονται λίγες χριστολογικές σκηνές στον κυρίως ναό (Γέννηση, Υπαπαντή, Προσκύνηση των Μάγων, Πεντηκοστή) και λειτουργικές στο ιερό βήμα, όπου η Πλατυτέρα δεομένη, Ιεράρχες και η Κοινωνία των Αποστόλων. Στο νάρθηκα αναπτύσσεται η Δευτέρα Παρουσία. Στην εποχή των Παλαιολόγων, ανακαινίστηκε ο ζωγραφικός διάκοσμος, με νέες παραστάσεις, από τις οποίες σώζονται η Κοίμηση της Θεοτόκου, λίγες σκηνές του Ακαθίστου Ύμνου και μεμονωμένες μορφές αγίων.

    Το 1430 μετατράπηκε σε τζαμί με την επωνυμία ”Καζαντζιλάρ τζαμί” (= τζαμί των χαλκωματάδων).

    Μετά τους σεισμούς του 1978 πραγματοποιήθηκαν εργασίες στερέωσης του μνημείου και συντήρησης των τοιχογραφιών του.